Skip to main content

ΑΡΩΜΑ ΚΡΗΤΗΣ

Η τέχνη της μαντινάδας

Η κρητική μαντινάδα, αποτελεί την πιο όμορφη μορφή λαϊκής ποίησης και το μεγαλύτερο στολίδι της Άυλης Πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου μας.

Στην Ελλάδα έχει αναγνωριστεί και καταγραφεί στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείο Πολιτισμού, ως ολοζώντανο στοιχείο της κρητικής μας παράδοσης.

Η μαντινάδα είναι μια ζωντανή πράξη επικοινωνίας, ένα ρυθμικά  εκφραζόμενο  συναίσθημα, όπου ο λόγος γεννιέται την ίδια στιγμή που βιώνεται. Εκφράζει τον λαϊκό παλμό, αγκαλιάζει κάθε εκδήλωση του συλλογικού βίου και υφαίνει με απλές λέξεις το άδηλο μεγαλείο της καθημερινότητας. Είναι το «κέντημα» του λόγου πάνω στο ύφασμα της ζωής· μια μικρή ποιητική πράξη που υμνεί την ομορφιά, ακόμη κι όταν μιλά για τον πόνο. 

Η δύναμή της βρίσκεται στην οικονομία: λίγες λέξεις, καθαρές, που μεταφέρουν πυκνή εμπειρία. Στην ιεροτελεστία της παρέας, η μαντινάδα λειτουργεί ως δεσμός. Ενώνει γενιές και μετατρέπει τις στιγμές σε μνήμη.

Στην καρδιά της μαντινάδας βρίσκεται ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος. Ο δεκαπεντασύλλαβος δεν είναι απλώς μετρικό σχήμα· είναι ο ρυθμός της καθημερινής ομιλίας, μεταμορφωμένος σε ποίηση, η γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Γι’ αυτό και η μαντινάδα μπορεί να γεννηθεί αυθόρμητα, γιατί ο ρυθμός της ζει ήδη μέσα στη γλώσσα του Κρητικού λαού.

Η καθιερωμένη ετυμολογική της ρίζα προέρχεται από την ιταλική mattinata, δηλαδή το «πρωινό τραγούδι», από το mattino που σημαίνει «πρωί». Στα χρόνια της Ενετοκρατίας στην Κρήτη, η λέξη πέρασε στο κρητικό ιδίωμα και μεταμορφώθηκε σε «μαντινάδα». Από ένα τραγούδι της αυγής έγινε τραγούδι κάθε ώρας· τραγούδι του έρωτα, της φύσης, του μόχθου, της λευτεριάς, της λεβεντιάς, της χαράς και της λύπης, της απώλειας, της αναγέννησης της φύσης και του ανθρώπου.

Στην κρητική λαϊκή συνείδηση, ωστόσο, επιβιώνει μια άλλη, βαθύτερη και πιο μυστηριακή ερμηνεία της λέξης. Στη γη της αρχέγονης Κρήτης, η μαντινάδα λέγεται πως γεννήθηκε από τις λέξεις «μαντεύω» και «άδω».

Από το μαντεύω, καθώς ο μαντιναδολόγος συλλαμβάνει τον παλμό πριν ακόμα γίνει λέξη, αφουγκράζεται, ψυχανεμίζεται κι εξιστορεί. Η μαντινάδα γίνεται έτσι μία πράξη ενσυναίσθησης, μια αστραπή βαθύτερης αντίληψης και κατανόησης, που φωτίζει την ανθρώπινη εμπειρία.

Το δεύτερο συνθετικό της λέξης, το αρχαίο ρήμα ἄδω, σημαίνει «τραγουδώ», «υμνώ», «εκφέρω λόγο». Στην αρχαία ελληνική ποίηση, από τα ομηρικά έπη έως τη λυρική παράδοση, το «άδω» ήταν πράξη ιερή, μία μελωδική ανά(σ)ταση του λόγου. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς έναν αόρατο σύνδεσμο ανάμεσα στον σύγχρονο μαντιναδολόγο και τον αρχαίο αοιδό: και οι δύο άδουν μέσα από τις ψηλές κορφές του ψυχισμού, δίνοντας φωνή στην ανθρώπινη εμπειρία και κρατώντας ζωντανό το συναίσθημα στον χρόνο.

Το κρητικό ΩΠΑ

Στα χωριά της Κρήτης, όταν ο Μυλοποταμίτικος πηδηχτός -ο γνωστός Πυρίχιος κατά τη λαϊκή παράδοση- σηκώνει ανάστημα και ο χορευτής πατά δυνατά τη γη, το επιφώνημα «Ώπα!» αντηχεί σαν κάλεσμα δύναμης και ανδρειοσύνης. Δεν είναι απλώς μια αυθόρμητη έκφραση του γλεντιού. Αποτελεί μία λέξη φορτισμένη με μνήμη, ένταση και βαθύτατο συμβολισμό.

Σύμφωνα με παλαιές ερμηνευτικές παραδόσεις, το «Ώπα» συνδέεται συμβολικά με τις οπές του ανθρώπινου σώματος και φέρει έντονο αποτροπαϊκό χαρακτήρα. Δηλαδή λειτουργεί ως λεκτική εκτόνωση και προστατευτική εκφώνηση, μια φωνή που διώχνει το κακό, σπάζει τη βαριά ενέργεια και επαναφέρει την ισορροπία.

Οι παλιές ξεμαθιάστρες της Κρήτης, όταν ο φθιαρμός -το κακό δηλαδή μάτι- βάραινε άνθρωπο ή παιδί, δεν χρησιμοποιούσαν μόνο προσευχές και γητειές. Νοερά ή ψιθυριστά επικαλούνταν και το κρητικό «Ώπα» τέσσερις φορές, ως μέρος μιας αθέατης τελετουργίας, αποφόρτισης και λύσης του δεσίματος. Στη λαϊκή πίστη, έτσι «ξεμπλόκαραν» συμβολικά τις εννέα οπές του ανθρώπινου σώματος, ώστε η ζωτική ενέργεια να κυλήσει ξανά ελεύθερη.

Ο αριθμός τέσσερα κατέχει ιδιαίτερη θέση σε αρχαίες φιλοσοφικές παραδόσεις. Στην Ορφικοπυθαγόρεια σκέψη, συνδέεται με τη μορφή και την υλοποίηση. Ό,τι επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές αποκτά υπόσταση, ρίζωμα και δύναμη μέσα στον κόσμο.

Αν προχωρήσουμε βαθύτερα στον χρόνο της αρχέγονης Κρήτης, συναντούμε τον μύθο της σωτηρίας του Κρηταγενούς Διός. Όταν η Ρέα τον έκρυψε στο ιερό σπήλαιο Ιδαίον Άντρον για να τον προστατεύσει από τον Κρόνο, οι Κουρήτες, γνωστοί και ως Ιδαίοι Δάκτυλοι, έκρουαν ρυθμικά τις ασπίδες τους και με τα δόρατα και τα πόδια τους χτυπούσαν τη γη με εκκωφαντικό θόρυβο, ώστε να σκεπάζουν το κλάμα του θεϊκού βρέφους.

Και ποια κραυγή συνόδευε άραγε εκείνον τον ρυθμικό πολεμικό χορό; Ποιο επιφώνημα έβγαινε από τα στήθη των Κουρητών καθώς πηδούσαν, χτυπούσαν τη γη και προστάτευαν τον νεογέννητο θεό; Η προτρεπτική ιαχή: «Ὦ παῖδες, ἄγετε!». Μια επίκληση  δύναμης, συσπείρωσης και ανάτασης, που αντηχούσε μέσα στο σπήλαιο μαζί με τον κρότο των όπλων και τον παλμό της γης.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς, πως μέσα στους αιώνες, τέτοιες πολεμικές  τελετουργικές ιαχές απλοποιήθηκαν, συμπτύχθηκαν και μεταμορφώθηκαν στη λαϊκή μνήμη, αφήνοντας ως απόηχο το σημερινό κρητικό «Ώπα!».
ΩΠΑ
ΩΠΑ
ΩΠΑ
ΩΠΑ λέω.